Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀχινός

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αχινός στην καθαρεύουσα και στο πολυτονικό Βικιλεξικό
    • Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αχινός

/a.çiˈnos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θαλάσσιο ζώο με ασβεστολιθικό κέλυφος που καλύπτεται από αγκάθια Βικιλεξικό
    • Εκεί που ανοίγει ο αχινός τους γρίφους του νερού Εκεί που τ’ άστρα προμηνούν τη θύελλα.
    • κι ο κάβουρας αφτιάζεται το χτυποκάρδι του αχινού που μπλέχτηκε μ’ ένα άστρο.

Ετυμολογία

αχινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχινός < αρχαία ελληνική ἐχῖνος με τροπή [e > a] από συμπροφορά με αόριστο άρθρο στην αιτική (/éna eçíno > énacíno> ena acíno/) και ανασυλλαβισμό. Επίσης με μετακίνηση τόνου. Συγκρίνετε με το λόγιο εχίνος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχινόςαχινοί
Γενικήαχινούαχινών
Αιτιατικήαχινόαχινούς
Κλητικήαχινέαχινοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →