αχιουρές
•
- κρητική ονομασία του ασουρέ, πολίτικου γλυκού απο όσπρια, σπόρους, ξηρούς καρπούς και φρούτα. Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρόσωπο ή πράγμα χωρίς αξία. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχιουρές < τουρκική aşure
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →