αχλή
•
- λόγιοθολούρα της ατμόσφαιρας που προέρχεται από ατμοσφαιρική υγρασία, σκόνη και (κατ’ επέκταση) ομίχλη, καταχνιά Βικιλεξικό
- λόγιοθαμπάδα, αχνάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀχλ(ύς) + -ή (μεταπλασμός κατά τα θηλυκά ουσιαστικά σε -ή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχλή | αχλές |
| Γενική | αχλής | αχλών |
| Αιτιατική | αχλή | αχλές |
| Κλητική | αχλή | αχλές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →