Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχλή

/aˈxli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοθολούρα της ατμόσφαιρας που προέρχεται από ατμοσφαιρική υγρασία, σκόνη και (κατ’ επέκταση) ομίχλη, καταχνιά Βικιλεξικό
  2. λόγιοθαμπάδα, αχνάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀχλ(ύς) + -ή (μεταπλασμός κατά τα θηλυκά ουσιαστικά σε -ή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχλήαχλές
Γενικήαχλήςαχλών
Αιτιατικήαχλήαχλές
Κλητικήαχλήαχλές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →