άχνα
•
- ο ατμός, ο αχνός Βικιλεξικό
- η πνοή, η αναπνοή, το χνότο Βικιλεξικό
- σήκωσε και το άλλο μπράτσο, το 'φερε πάνω στο άλλο της χέρι και τέντωσε και τα δέκα της χοντροδάχτυλα προς το μέρου του Γιώργου. Να, άχρηστε. Πάρ' τα, να μη σ' τα χρωστάω. Άντρες να σου πετύχουνε. Πάρ' τα, σωληνάριο, λελέκι, σαμιαμίδι. Έφαγε κάτι μούτζες ο Γιώργος όλες δικές του, και ο κακομοίρης δεν έβγαλε άχνα, στεκότανε σιωπηλός δίπλα της και άκουγε τον εξάψαλμο με το σκεφάλι σκυμμένο. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- ο ψίθυρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άχνα < μεσαιωνική ελληνική άχνα < αρχαία ελληνική ἄχνη / (δωρικός τύπος ) ἄχνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άχνα | άχνες |
| Γενική | άχνας | — |
| Αιτιατική | άχνα | άχνες |
| Κλητική | άχνα | άχνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →