Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άχνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο ατμός, ο αχνός Βικιλεξικό
  2. η πνοή, η αναπνοή, το χνότο Βικιλεξικό
    • σήκωσε και το άλλο μπράτσο, το 'φερε πάνω στο άλλο της χέρι και τέντωσε και τα δέκα της χοντροδάχτυλα προς το μέρου του Γιώργου. Να, άχρηστε. Πάρ' τα, να μη σ' τα χρωστάω. Άντρες να σου πετύχουνε. Πάρ' τα, σωληνάριο, λελέκι, σαμιαμίδι. Έφαγε κάτι μούτζες ο Γιώργος όλες δικές του, και ο κακομοίρης δεν έβγαλε άχνα, στεκότανε σιωπηλός δίπλα της και άκουγε τον εξάψαλμο με το σκεφάλι σκυμμένο. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  3. ο ψίθυρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άχνα < μεσαιωνική ελληνική άχνα < αρχαία ελληνική ἄχνη / (δωρικός τύπος ) ἄχνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάχναάχνες
Γενικήάχνας—
Αιτιατικήάχναάχνες
Κλητικήάχναάχνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αχνά

επίρρημα
•
  1. με αχνό τρόπο Βικιλεξικό
  2. με αδυναμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχνά < αχνός + -ά < μεσαιωνική ελληνική αχνός < αρχαία ελληνική ἀτμός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άχνα

επιφώνημα
•
  1. τσιμουδιά!, μη μιλάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άχνα < μεσαιωνική ελληνική άχνα < αρχαία ελληνική ἄχνη / (δωρικός τύπος ) ἄχνα

Άλλοι τύποι

άχναάχναςάχνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →