αχνάρι
•
- το αποτύπωμα του πέλματος ανθρώπου ή ζώου, πατημασιά Βικιλεξικό
- κάθε ίχνος ή σημάδι Βικιλεξικό
- πατρόν, σχέδιο, υπόδειγμα από ή σε κάποιο υλικό για την κατασκευή ρούχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχνάρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχνάρι | αχνάρια |
| Γενική | αχναριού | αχναριών |
| Αιτιατική | αχνάρι | αχνάρια |
| Κλητική | αχνάρι | αχνάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →