Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχνάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτύπωμα του πέλματος ανθρώπου ή ζώου, πατημασιά Βικιλεξικό
  2. κάθε ίχνος ή σημάδι Βικιλεξικό
  3. πατρόν, σχέδιο, υπόδειγμα από ή σε κάποιο υλικό για την κατασκευή ρούχων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχνάρι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχνάριαχνάρια
Γενικήαχναριούαχναριών
Αιτιατικήαχνάριαχνάρια
Κλητικήαχνάριαχνάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →