αχνίζω
•
- βγάζω αχνούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχνίζω < αχνός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αχνίζω | αχνίζεις | αχνίζει | αχνίζουμε | αχνίζετε | αχνίζουν / αχνίζουνε |
| Παρατατικός | άχνιζα | άχνιζες | άχνιζε | αχνίζαμε | αχνίζατε | άχνιζαν / αχνίζαν / αχνίζανε |
| Αόριστος | άχνισα | άχνισες | άχνισε | αχνίσαμε | αχνίσατε | άχνισαν / αχνίσαν / αχνίσανε |
| Μέλλοντας | θα αχνίζω / θα αχνίσω | θα αχνίζεις / θα αχνίσεις | θα αχνίζει / θα αχνίσει | θα αχνίζουμε / θα αχνίσουμε | θα αχνίζετε / θα αχνίσετε | θα αχνίζουν / θα αχνίζουνε / θα αχνίσουν / θα αχνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αχνίσει | έχεις αχνίσει | έχει αχνίσει | έχουμε αχνίσει | έχετε αχνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αχνίσει | είχες αχνίσει | είχε αχνίσει | είχαμε αχνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αχνίσει / να αχνίζω / να αχνίσω | να έχεις αχνίσει / να αχνίζεις / να αχνίσεις | να έχει αχνίσει / να αχνίζει / να αχνίσει | να έχουμε αχνίσει / να αχνίζουμε / να αχνίσουμε | να έχετε αχνίσει / να αχνίζετε / να αχνίσετε | να αχνίζουν / να αχνίζουνε / να αχνίσουν / να αχνίσουνε |
| Προστακτική | — | άχνιζε / άχνισε | — | — | αχνίζετε / αχνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →