αχνοδιαγράφω
•
- διαγράφω αχνά Βικιλεξικό
- διαγράφω αχνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχνοδιαγράφω < αχνο- + διαγράφω < αρχαία ελληνική διαγράφω < διά + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αχνοδιαγράφω | αχνοδιαγράφεις | αχνοδιαγράφει | αχνοδιαγράφουμε | αχνοδιαγράφετε | αχνοδιαγράφουν / αχνοδιαγράφουνε |
| Παρατατικός | αχνοδιέγραφα | αχνοδιέγραφες | αχνοδιέγραφε | αχνοδιαγράφαμε | αχνοδιαγράφατε | αχνοδιέγραφαν / αχνοδιαγράφαν / αχνοδιαγράφανε |
| Αόριστος | αχνοδιέγραψα | αχνοδιέγραψες | αχνοδιέγραψε | αχνοδιαγράψαμε | αχνοδιαγράψατε | αχνοδιέγραψαν / αχνοδιαγράψαν / αχνοδιαγράψανε |
| Μέλλοντας | θα αχνοδιαγράφω / θα αχνοδιαγράψω | θα αχνοδιαγράφεις / θα αχνοδιαγράψεις | θα αχνοδιαγράφει / θα αχνοδιαγράψει | θα αχνοδιαγράφουμε / θα αχνοδιαγράψουμε | θα αχνοδιαγράφετε / θα αχνοδιαγράψετε | θα αχνοδιαγράφουν / θα αχνοδιαγράφουνε / θα αχνοδιαγράψουν / θα αχνοδιαγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αχνοδιαγράψει | έχεις αχνοδιαγράψει | έχει αχνοδιαγράψει | έχουμε αχνοδιαγράψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αχνοδιαγράψει | είχες αχνοδιαγράψει | είχε αχνοδιαγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αχνοδιαγράψει / να αχνοδιαγράφω / να αχνοδιαγράψω | να έχεις αχνοδιαγράψει / να αχνοδιαγράφεις / να αχνοδιαγράψεις | να έχει αχνοδιαγράψει / να αχνοδιαγράφει / να αχνοδιαγράψει | να έχουμε αχνοδιαγράψει / να αχνοδιαγράφουμε / να αχνοδιαγράψουμε | να αχνοδιαγράφετε / να αχνοδιαγράψετε | να αχνοδιαγράφουν / να αχνοδιαγράφουνε / να αχνοδιαγράψουν / να αχνοδιαγράψουνε |
| Προστακτική | — | αχνοδιάγραφε / αχνοδιάγραψε | — | — | αχνοδιαγράφετε / αχνοδιαγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →