αχνός
•
- ο ατμός που αναδύεται από κάτι που βράζει ή που έχει υψηλή θερμοκρασία σε σύγκριση με το περιβάλλον (π.χ. η ανθρώπινη πνοή όταν κάποιος βρίσκεται σε ψυχρό περιβάλλον) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχνός (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἀτμός : αχνός (επίθετο) < από το ουσιαστικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχνός | αχνοί |
| Γενική | αχνού | αχνών |
| Αιτιατική | αχνό | αχνούς |
| Κλητική | αχνέ | αχνοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →