αχολογώ
•
- λογοτεχνικόπαράγω αχό Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόαντηχώ, αντιλαλώ Βικιλεξικό
- Τη νύχτα έφεγγαν μεγάλες φωτιές γύρω στο Μοναστήρι και σ' όλο τον κάμπο, και αχολογούσαν βρόντοι τουφεκιών και άλλες ταραχές. (Ίων Δραγούμης (1914) Σώνουν οι μάρτυρες! [διήγημα])
Ετυμολογία
αχολογώ < αχός + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αχολογάω / αχολογώ | αχολογάς | αχολογά / αχολογάει | αχολογάμε / αχολογούμε | αχολογάτε | αχολογάν / αχολογάνε / αχολογούν / αχολογούνε |
| Παρατατικός | αχολογούσα | αχολογούσες | αχολογούσε | αχολογούσαμε | αχολογούσατε | αχολογούσαν / αχολογούσανε |
| Αόριστος | αχολόγησα | αχολόγησες | αχολόγησε | αχολογήσαμε | αχολογήσατε | αχολογήσαν / αχολογήσανε / αχολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αχολογάω / θα αχολογήσω / θα αχολογώ | θα αχολογάς / θα αχολογήσεις | θα αχολογά / θα αχολογάει / θα αχολογήσει | θα αχολογάμε / θα αχολογήσουμε / θα αχολογούμε | θα αχολογάτε / θα αχολογήσετε | θα αχολογάν / θα αχολογάνε / θα αχολογήσουν / θα αχολογήσουνε / θα αχολογούν / θα αχολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αχολογήσει | έχεις αχολογήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αχολογήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αχολογήσει / να αχολογάω / να αχολογήσω / να αχολογώ | να έχεις αχολογήσει / να αχολογάς / να αχολογήσεις | να αχολογά / να αχολογάει / να αχολογήσει | να αχολογάμε / να αχολογήσουμε / να αχολογούμε | να αχολογάτε / να αχολογήσετε | να αχολογάν / να αχολογάνε / να αχολογήσουν / να αχολογήσουνε / να αχολογούν / να αχολογούνε |
| Προστακτική | — | αχολόγα / αχολόγαγε / αχολόγησε | — | — | αχολογάτε / αχολογήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →