αχρηστεύω
•
- καταστρέφω τον μηχανισμό λειτουργίας ενός πράγματος, καθιστώ κάτι άχρηστο και ακατάλληλο για χρήση Βικιλεξικό
- κυρίως στην παθητική φωνήυφίσταμαι βλάβη Βικιλεξικό
- βάζω κάποιον στο περιθώριο μη αναθέτοντάς του έργο αντίστοιχο στις ικανότητές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχρηστεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀχρηστεύω (δεν είμαι σε χρήση), κατά την σημασία της λέξης άχρηστος.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αχρηστεύω | αχρηστεύεις | αχρηστεύει | αχρηστεύουμε | αχρηστεύετε | αχρηστεύουν / αχρηστεύουνε |
| Παρατατικός | αχρήστευα | αχρήστευες | αχρήστευε | αχρηστεύαμε | αχρηστεύατε | αχρήστευαν / αχρηστεύαν / αχρηστεύανε |
| Αόριστος | αχρήστεψα | αχρήστεψες | αχρήστεψε | αχρηστέψαμε | αχρηστέψατε | αχρήστεψαν / αχρηστέψαν / αχρηστέψανε |
| Μέλλοντας | θα αχρηστέψω / θα αχρηστεύω | θα αχρηστέψεις / θα αχρηστεύεις | θα αχρηστέψει / θα αχρηστεύει | θα αχρηστέψουμε / θα αχρηστεύουμε | θα αχρηστέψετε / θα αχρηστεύετε | θα αχρηστέψουν / θα αχρηστέψουνε / θα αχρηστεύουν / θα αχρηστεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αχρηστέψει | έχεις αχρηστέψει | έχει αχρηστέψει | έχουμε αχρηστέψει | έχετε αχρηστέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αχρηστέψει | είχες αχρηστέψει | είχε αχρηστέψει | είχαμε αχρηστέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αχρηστέψει / να αχρηστέψω / να αχρηστεύω | να έχεις αχρηστέψει / να αχρηστέψεις / να αχρηστεύεις | να έχει αχρηστέψει / να αχρηστέψει / να αχρηστεύει | να έχουμε αχρηστέψει / να αχρηστέψουμε / να αχρηστεύουμε | να έχετε αχρηστέψει / να αχρηστέψετε / να αχρηστεύετε | να αχρηστέψουν / να αχρηστέψουνε / να αχρηστεύουν / να αχρηστεύουνε |
| Προστακτική | — | αχρήστευε / αχρήστεψε | — | — | αχρηστέψτε / αχρηστεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →