Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχρηστεύω

/a.xɾiˈste.vo/ρήμα
•
  1. καταστρέφω τον μηχανισμό λειτουργίας ενός πράγματος, καθιστώ κάτι άχρηστο και ακατάλληλο για χρήση Βικιλεξικό
  2. κυρίως στην παθητική φωνήυφίσταμαι βλάβη Βικιλεξικό
  3. βάζω κάποιον στο περιθώριο μη αναθέτοντάς του έργο αντίστοιχο στις ικανότητές του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχρηστεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀχρηστεύω (δεν είμαι σε χρήση), κατά την σημασία της λέξης άχρηστος.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαχρηστεύωαχρηστεύειςαχρηστεύειαχρηστεύουμεαχρηστεύετεαχρηστεύουν / αχρηστεύουνε
Παρατατικόςαχρήστευααχρήστευεςαχρήστευεαχρηστεύαμεαχρηστεύατεαχρήστευαν / αχρηστεύαν / αχρηστεύανε
Αόριστοςαχρήστεψααχρήστεψεςαχρήστεψεαχρηστέψαμεαχρηστέψατεαχρήστεψαν / αχρηστέψαν / αχρηστέψανε
Μέλλονταςθα αχρηστέψω / θα αχρηστεύωθα αχρηστέψεις / θα αχρηστεύειςθα αχρηστέψει / θα αχρηστεύειθα αχρηστέψουμε / θα αχρηστεύουμεθα αχρηστέψετε / θα αχρηστεύετεθα αχρηστέψουν / θα αχρηστέψουνε / θα αχρηστεύουν / θα αχρηστεύουνε
Παρακείμενοςέχω αχρηστέψειέχεις αχρηστέψειέχει αχρηστέψειέχουμε αχρηστέψειέχετε αχρηστέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα αχρηστέψειείχες αχρηστέψειείχε αχρηστέψειείχαμε αχρηστέψει——
Υποτακτικήνα έχω αχρηστέψει / να αχρηστέψω / να αχρηστεύωνα έχεις αχρηστέψει / να αχρηστέψεις / να αχρηστεύειςνα έχει αχρηστέψει / να αχρηστέψει / να αχρηστεύεινα έχουμε αχρηστέψει / να αχρηστέψουμε / να αχρηστεύουμενα έχετε αχρηστέψει / να αχρηστέψετε / να αχρηστεύετενα αχρηστέψουν / να αχρηστέψουνε / να αχρηστεύουν / να αχρηστεύουνε
Προστακτική—αχρήστευε / αχρήστεψε——αχρηστέψτε / αχρηστεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →