αχρωματικός
•
- φυσικήο στερούμενος απόχρωσης π.χ. λευκός, γκρίζος και μαύρος Βικιλεξικό
- αχρωματικός φακός
Ετυμολογία
αχρωματικός < α- στερητικό + χρωματικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχρωματικός | αχρωματική | αχρωματικό |
| Γενική | αχρωματικού | αχρωματικής | αχρωματικού |
| Αιτιατική | αχρωματικό | αχρωματική | αχρωματικό |
| Κλητική | αχρωματικέ | αχρωματική | αχρωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχρωματικοί | αχρωματικές | αχρωματικά |
| Γενική | αχρωματικών | αχρωματικών | αχρωματικών |
| Αιτιατική | αχρωματικούς | αχρωματικές | αχρωματικά |
| Κλητική | αχρωματικοί | αχρωματικές | αχρωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →