Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχτένιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν χτενίσει Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει χτενιστεί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγια κείμενο που δεν τον έχουν επιμεληθεί γλωσσικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχτένιστος < αρχαία ελληνική ἀκτένιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχτένιστοςαχτένιστηαχτένιστο
Γενικήαχτένιστουαχτένιστηςαχτένιστου
Αιτιατικήαχτένιστοαχτένιστηαχτένιστο
Κλητικήαχτένιστεαχτένιστηαχτένιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχτένιστοιαχτένιστεςαχτένιστα
Γενικήαχτένιστωναχτένιστωναχτένιστων
Αιτιατικήαχτένιστουςαχτένιστεςαχτένιστα
Κλητικήαχτένιστοιαχτένιστεςαχτένιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →