Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχτίδα

/aˈxti.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμμή φωτός, άλλη γραφή του ακτίνα Βικιλεξικό
    • Με ξύπνησε το χάδι της μικρής αχτίδας του ήλιου που έμπαινε ανάμεσα απ΄ την γρίλια του παραθύρου δίπλα στην πόρτα εισόδου, στο μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμά μου των σαράντα όλο κι όλο τετραγωνικών.
    • Στοῦ ἥλιου τὶς καυτερὲς ἀχτίδες καὶ στῶν μανιασμένων ἀγέρηδων, τῶν Χαμσίν, ὅπως τοὺς λένε, τὰ ξεσπάσματα, ποὺ ρίχνουν τόνους καὶ τόνους τὴν ἄμμο καταπάνω τους.
  2. πολιτικήβαθμίδα κομματικής οργάνωσης ιεραρχικά ανώτερη από την οργάνωση βάσης Βικιλεξικό
    • Σε μια συνεδρίαση της «Αχτίδας» με τη συμμετοχή του γραμματέα της, έξω από το χωριό, στη θέση της «μεγάλης βρύσης», ο Γιάννης μου κάνει την πρόταση κι ο γραμματέας της «Αχτίδας» μού εξηγεί με λίγα λόγια τα καθήκοντα...
    • Χωρίς καθυστέρηση, ύστερα από τη δημοσίευση των ντοκουμέντων του συνεδρίου, αρχίσαμε την ανάλυση και στην προσαρμογή των αποφάσεών του στις ιδιαίτερες συνθήκες του χώρου της αχτίδας.
    • Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας

Ετυμολογία

αχτίδα < # (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *ἀχτίδα (γραμμή φωτός, ακτίνα) < μεσαιωνική ελληνική ἀκτίδα, με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt > xt] < ελληνιστική κοινή ἀκτ(ῖνα), κατά μεταπλασμό σε -ίδα, ίσως από επιρροή του ακίδα. # ρωσική район (περιοχή) < раіо́нъ (γραφή προς του 1918) < γαλλική rayon

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχτίδααχτίδες
Γενικήαχτίδαςαχτίδων
Αιτιατικήαχτίδααχτίδες
Κλητικήαχτίδααχτίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →