αχτίδα
•
- γραμμή φωτός, άλλη γραφή του ακτίνα Βικιλεξικό
- Με ξύπνησε το χάδι της μικρής αχτίδας του ήλιου που έμπαινε ανάμεσα απ΄ την γρίλια του παραθύρου δίπλα στην πόρτα εισόδου, στο μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμά μου των σαράντα όλο κι όλο τετραγωνικών.
- Στοῦ ἥλιου τὶς καυτερὲς ἀχτίδες καὶ στῶν μανιασμένων ἀγέρηδων, τῶν Χαμσίν, ὅπως τοὺς λένε, τὰ ξεσπάσματα, ποὺ ρίχνουν τόνους καὶ τόνους τὴν ἄμμο καταπάνω τους.
- πολιτικήβαθμίδα κομματικής οργάνωσης ιεραρχικά ανώτερη από την οργάνωση βάσης Βικιλεξικό
- Σε μια συνεδρίαση της «Αχτίδας» με τη συμμετοχή του γραμματέα της, έξω από το χωριό, στη θέση της «μεγάλης βρύσης», ο Γιάννης μου κάνει την πρόταση κι ο γραμματέας της «Αχτίδας» μού εξηγεί με λίγα λόγια τα καθήκοντα...
- Χωρίς καθυστέρηση, ύστερα από τη δημοσίευση των ντοκουμέντων του συνεδρίου, αρχίσαμε την ανάλυση και στην προσαρμογή των αποφάσεών του στις ιδιαίτερες συνθήκες του χώρου της αχτίδας.
- Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας
Ετυμολογία
αχτίδα < # (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *ἀχτίδα (γραμμή φωτός, ακτίνα) < μεσαιωνική ελληνική ἀκτίδα, με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt > xt] < ελληνιστική κοινή ἀκτ(ῖνα), κατά μεταπλασμό σε -ίδα, ίσως από επιρροή του ακίδα. # ρωσική район (περιοχή) < раіо́нъ (γραφή προς του 1918) < γαλλική rayon
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχτίδα | αχτίδες |
| Γενική | αχτίδας | αχτίδων |
| Αιτιατική | αχτίδα | αχτίδες |
| Κλητική | αχτίδα | αχτίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →