Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχτίνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπη εκφορά της ακτίνας (λέξη που γράφεται πάντως και ακτίδα και αχτίδα καθώς το κάπα εκφέρεται συχνά ως χι και το δέλτα προέκυψε ακολουθώντας την ηχητική άλλων θηλυκών της τρίτης κλίσης των αρχαίων ελληνικών, λ.χ. των ελπίς-ελπίδος, πατρίς-πατρίδος, ασπίς-ασπίδος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχτίνα < ακτίνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχτίνααχτίνες
Γενικήαχτίναςαχτίνων
Αιτιατικήαχτίνααχτίνες
Κλητικήαχτίνααχτίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →