αχταρμάς
•
- ανακάτεμα, μπέρδεμα, ανάμιξη· χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια, όταν γίνεται κακή ανάμιξη υλικών, όταν γενικότερα αντί να διευθετηθεί μια κατάσταση γίνεται άνω-κάτω και επικρατεί τελικά σύγχυση Βικιλεξικό
- σφουγγαράδικο καΐκι Βικιλεξικό
- Τί γινήκανε κεῖνα τὰ παράξενα σκέδια, πλῆθος ἀμέτρητο! Τί μπρίκια, τί γολέττες, τί μπομπάρδες, τί τσερνίκια, τί σακολέβες, τί λόβερα, τί πέννες, τί ἀχταρμάδες, τί λεῦκες, τί μπραντοῦσκες, τί περάματες, τί γκαγκάληδες ἀπ' τὴ Μαύρη Θάλασσα. (Φώτης Κόντογλου, Ἱστορίες καὶ περιστατικά, 1944)
Ετυμολογία
αχταρμάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική aktarma (δημιουργία αναστάτωσης) + -ς με τροπή [kt] > [xt]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχταρμάς | αχταρμάδες |
| Γενική | αχταρμά | αχταρμάδων |
| Αιτιατική | αχταρμά | αχταρμάδες |
| Κλητική | αχταρμά | αχταρμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →