αχτύπητος
•
- κυριολεκτικάπου δεν έχει κτυπηθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάασυναγώνιστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχτύπητος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκτύπητος με ανόμοιο τρόπο άρθρωσης /kt > xt/ < (στερητικό) α- + (κτυπώ) κτυπη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχτύπητος | αχτύπητη | αχτύπητο |
| Γενική | αχτύπητου | αχτύπητης | αχτύπητου |
| Αιτιατική | αχτύπητο | αχτύπητη | αχτύπητο |
| Κλητική | αχτύπητε | αχτύπητη | αχτύπητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχτύπητοι | αχτύπητες | αχτύπητα |
| Γενική | αχτύπητων | αχτύπητων | αχτύπητων |
| Αιτιατική | αχτύπητους | αχτύπητες | αχτύπητα |
| Κλητική | αχτύπητοι | αχτύπητες | αχτύπητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →