Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχτύπητος

/aˈxti.pi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν έχει κτυπηθεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάασυναγώνιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχτύπητος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκτύπητος με ανόμοιο τρόπο άρθρωσης /kt > xt/ < (στερητικό) α- + (κτυπώ) κτυπη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχτύπητοςαχτύπητηαχτύπητο
Γενικήαχτύπητουαχτύπητηςαχτύπητου
Αιτιατικήαχτύπητοαχτύπητηαχτύπητο
Κλητικήαχτύπητεαχτύπητηαχτύπητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχτύπητοιαχτύπητεςαχτύπητα
Γενικήαχτύπητωναχτύπητωναχτύπητων
Αιτιατικήαχτύπητουςαχτύπητεςαχτύπητα
Κλητικήαχτύπητοιαχτύπητεςαχτύπητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →