Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχυρόστρωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. στρώμα φτιαγμένο από άχυρο Βικιλεξικό
    • Αντί όμως να τας μεταχειρισθή προς τοιούτον σκοπόν, είχε προτιμήσει να προσθέση και αυτάς εις άλλας πενήντα χιλιάδας, όπου είχε κρυμμένας εις το αχυρόστρωμα επί του οποίου ευρέθη ένα πρωί νεκρός. (Εμμ. Ροΐδης, Συριανά διηγήματα)

Ετυμολογία

αχυρόστρωμα < άχυρο και στρώμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχυρόστρωμααχυροστρώματα
Γενικήαχυροστρώματοςαχυροστρωμάτων
Αιτιατικήαχυρόστρωμααχυροστρώματα
Κλητικήαχυρόστρωμααχυροστρώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →