αχώρετος
•
- σπάνιοπου δεν χωράει κάπου ή δεν είναι δυνατόν να χωρέσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχώρετος < α- + χωρώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχώρετος | αχώρετη | αχώρετο |
| Γενική | αχώρετου | αχώρετης | αχώρετου |
| Αιτιατική | αχώρετο | αχώρετη | αχώρετο |
| Κλητική | αχώρετε | αχώρετη | αχώρετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχώρετοι | αχώρετες | αχώρετα |
| Γενική | αχώρετων | αχώρετων | αχώρετων |
| Αιτιατική | αχώρετους | αχώρετες | αχώρετα |
| Κλητική | αχώρετοι | αχώρετες | αχώρετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →