Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψέντι

/aˈpsen.di/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ποτόδυνατό οινοπνευματώδες ποτό με κύρια συστατικά την άψινθο και το γλυκάνισο Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι΄ στίχ. 222 (221-222) αρχική έκδοση: 1938
    • Τῆς εἶπα κι ἔσβησε τὸ φῶς. Ἐπέσαμε μαζί. Τὰ δάχτυλά μου καθαρὰ μέτρααν τὰ κόκαλά της. Βρωμοῦσε ἀψέντι. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού)

Ετυμολογία

αψέντι < (άμεσο δάνειο) γαλλική absinth(e) + -ι < λατινική absinthium < ελληνιστική κοινή ἀψίνθιον ή τουρκική apsent + -ι < αραβική ? ή περσική ? < ελληνιστική κοινή ἄψινθος (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαψέντιαψέντια
Γενικήαψεντιούαψεντιών
Αιτιατικήαψέντιαψέντια
Κλητικήαψέντιαψέντια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →