Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψήλου

επίρρημα
•
  1. λογοτεχνικόψηλά Βικιλεξικό
    • Να ʼμουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τʼ αψήλου / νʼ αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι, / πώς πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσερους πασάδες. (δημοτικό)

Ετυμολογία

αψήλου < αψηλός + -ου

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →