αψήλου
•
- λογοτεχνικόψηλά Βικιλεξικό
- Να ʼμουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τʼ αψήλου / νʼ αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι, / πώς πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσερους πασάδες. (δημοτικό)
Ετυμολογία
αψήλου < αψηλός + -ου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →