Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψίκορος

/aˈpsi.ko.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οξύθυμος, ευέξαπτος Βικιλεξικό
    • Ὅταν ἔρθει τὸ Πάσχα καὶ οἱ μεγάλες ἐθνικὲς ἑορτὲς οἱ ρομαντικῶς ἁψίκοροι Ἕλληνες «τὸ καῖνε». (Ν(ίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ποιητική συλλογή Τὸ βαθὺ πηγάδι ἢ ἐκρήξεις συναφῶν φωτοβολίδων, Ἀθήνα 1989)
  2. λόγιοπου χορταίνει γρήγορα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που αλλάζει γρήγορα ορέξεις και επιθυμίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αψίκορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁψίκορος < ἅπτω + κόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψίκοροςαψίκορηαψίκορο
Γενικήαψίκορουαψίκορηςαψίκορου
Αιτιατικήαψίκοροαψίκορηαψίκορο
Κλητικήαψίκορεαψίκορηαψίκορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψίκοροιαψίκορεςαψίκορα
Γενικήαψίκορωναψίκορωναψίκορων
Αιτιατικήαψίκορουςαψίκορεςαψίκορα
Κλητικήαψίκοροιαψίκορεςαψίκορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →