αψίκορος
•
- οξύθυμος, ευέξαπτος Βικιλεξικό
- Ὅταν ἔρθει τὸ Πάσχα καὶ οἱ μεγάλες ἐθνικὲς ἑορτὲς οἱ ρομαντικῶς ἁψίκοροι Ἕλληνες «τὸ καῖνε». (Ν(ίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ποιητική συλλογή Τὸ βαθὺ πηγάδι ἢ ἐκρήξεις συναφῶν φωτοβολίδων, Ἀθήνα 1989)
- λόγιοπου χορταίνει γρήγορα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που αλλάζει γρήγορα ορέξεις και επιθυμίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αψίκορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁψίκορος < ἅπτω + κόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αψίκορος | αψίκορη | αψίκορο |
| Γενική | αψίκορου | αψίκορης | αψίκορου |
| Αιτιατική | αψίκορο | αψίκορη | αψίκορο |
| Κλητική | αψίκορε | αψίκορη | αψίκορο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αψίκοροι | αψίκορες | αψίκορα |
| Γενική | αψίκορων | αψίκορων | αψίκορων |
| Αιτιατική | αψίκορους | αψίκορες | αψίκορα |
| Κλητική | αψίκοροι | αψίκορες | αψίκορα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →