Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψευδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σίγουρα δεν αποτελεί ψεύδος, που είναι αδύνατον να διαψευσθεί, βεβαιωμένα ακριβής Βικιλεξικό
    • ο αψευδής μάρτυρας, η αψευδής μαρτυρία
    • Εἰς τήν κοιλάδα αὐτήν εἶναι τό τέλος. Μοί τό εἶπεν ἡ ἀψευδής φωνή (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Η Γυφτοπούλα», 1884).

Ετυμολογία

αψευδής < αρχαία ελληνική ἀψευδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψευδήςαψευδήςαψευδές
Γενικήαψευδούςαψευδούςαψευδούς
Αιτιατικήαψευδήαψευδήαψευδές
Κλητικήαψευδή / αψευδήςαψευδήςαψευδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψευδείςαψευδείςαψευδή
Γενικήαψευδώναψευδώναψευδών
Αιτιατικήαψευδείςαψευδείςαψευδή
Κλητικήαψευδείςαψευδείςαψευδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →