αψιά
•
- με αψύ τρόπο ή γεύση Βικιλεξικό
- έντονα, δυνατά Βικιλεξικό
- θυμωμένα Βικιλεξικό
- γρήγορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αψιά < μεσαιωνική ελληνική αψιά ἀψέα < αψύς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →