αψιδώνω
•
- αρχιτεκτονικήσχηματίζω αψίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αψιδώνω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αψιδώνω | αψιδώνεις | αψιδώνει | αψιδώνουμε | αψιδώνετε | αψιδώνουν / αψιδώνουνε |
| Παρατατικός | αψίδωνα | αψίδωνες | αψίδωνε | αψιδώναμε | αψιδώνατε | αψίδωναν / αψιδώναν / αψιδώνανε |
| Αόριστος | αψίδωσα | αψίδωσες | αψίδωσε | αψιδώσαμε | αψιδώσατε | αψίδωσαν / αψιδώσαν / αψιδώσανε |
| Μέλλοντας | θα αψιδώνω / θα αψιδώσω | θα αψιδώνεις / θα αψιδώσεις | θα αψιδώνει / θα αψιδώσει | θα αψιδώνουμε / θα αψιδώσουμε | θα αψιδώνετε / θα αψιδώσετε | θα αψιδώνουν / θα αψιδώνουνε / θα αψιδώσουν / θα αψιδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αψιδώσει | έχεις αψιδώσει | έχει αψιδώσει | έχουμε αψιδώσει | έχετε αψιδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αψιδώσει | είχες αψιδώσει | είχε αψιδώσει | είχαμε αψιδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αψιδώσει / να αψιδώνω / να αψιδώσω | να έχεις αψιδώσει / να αψιδώνεις / να αψιδώσεις | να έχει αψιδώσει / να αψιδώνει / να αψιδώσει | να έχουμε αψιδώσει / να αψιδώνουμε / να αψιδώσουμε | να έχετε αψιδώσει / να αψιδώνετε / να αψιδώσετε | να αψιδώνουν / να αψιδώνουνε / να αψιδώσουν / να αψιδώσουνε |
| Προστακτική | — | αψίδωνε / αψίδωσε | — | — | αψιδώνετε / αψιδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →