Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψυχοπόνετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο άπονος, ο σκληρόκαρδος, ο σκληρόψυχος, ο ανελέητος, που δεν αισθάνεται λύπηση, οίκτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αψυχοπόνετος < μεσαιωνική ελληνική ἀψυχοπόνετος < α στερητικό και μεσαιωνική ελληνική ψυχοπονῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψυχοπόνετοςαψυχοπόνετηαψυχοπόνετο
Γενικήαψυχοπόνετουαψυχοπόνετηςαψυχοπόνετου
Αιτιατικήαψυχοπόνετοαψυχοπόνετηαψυχοπόνετο
Κλητικήαψυχοπόνετεαψυχοπόνετηαψυχοπόνετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψυχοπόνετοιαψυχοπόνετεςαψυχοπόνετα
Γενικήαψυχοπόνετωναψυχοπόνετωναψυχοπόνετων
Αιτιατικήαψυχοπόνετουςαψυχοπόνετεςαψυχοπόνετα
Κλητικήαψυχοπόνετοιαψυχοπόνετεςαψυχοπόνετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →