Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αόρατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι ορατός, που είναι αδύνατον να τον δεις Βικιλεξικό
    • ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)

Ετυμολογία

αόρατος < αρχαία ελληνική ἀόρατος < ἀ- στερητικό + ὁρατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαόρατοςαόρατηαόρατο
Γενικήαόρατουαόρατηςαόρατου
Αιτιατικήαόρατοαόρατηαόρατο
Κλητικήαόρατεαόρατηαόρατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαόρατοιαόρατεςαόρατα
Γενικήαόρατωναόρατωναόρατων
Αιτιατικήαόρατουςαόρατεςαόρατα
Κλητικήαόρατοιαόρατεςαόρατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →