αύλακας
•
- ιατρικήεγκεφαλική πτύχωση του άνω εγκεφάλου (cerebrum) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: η αύλακα, παρωχημένο αρχαιοπρεπές: ο/η αύλαξ
- γεωλογίαβύθισμα σε σχήμα αυλακιού Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο αυλάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αύλακας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὖλαξ από την αιτιατική τὸν ή τὴν αὔλακα :* για την ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sillon :* για τη γεωλογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική trough : Συγκρίνετε με το μεσαιωνικό αὔλακας, μεγεθυντικού του αυλάκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αύλακας | αύλακες |
| Γενική | αύλακα | αυλάκων |
| Αιτιατική | αύλακα | αύλακες |
| Κλητική | αύλακα | αύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →