βάζω τα γυαλιά
•
- κάνω κάτι με τον σωστό τρόπο και έτσι αποδεικνύεται ότι είμαι καλύτερος από άλλους, που θα αναμενόταν ότι θα τα κατάφερναν καλύτερα Βικιλεξικό
- Νόμιζα ότι ήμουν καλός στα μαθηματικά, αλλά στο διαγώνισμα η Μαρία έβαλε σε όλους μας τα γυαλιά. Ήρθε πρώτη! Ποιος να το περίμενε!
Ετυμολογία
→ δείτε τις λέξεις βάζω, το και γυαλί στον πληθυντικό γυαλιά. Το ρήμα, κλίνεται κανονικά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →