βάζω χέρι
•
- παίρνω, αφαιρώ κάτι που δεν μου ανήκει Βικιλεξικό
- κάποιος έβαλε χέρι στο ταμείο γιατί λείπουν τρεις χιλιάδες
- κακόσημοακουμπάω, χαϊδεύω, πιάνω με σεξουαλική διάθεση, κάποιο μέρος του σώματος άλλου ατόμου Βικιλεξικό
- Την ακολούθησε στον τσέστερφιλντ. Μόλις αναπαύτηκαν, ο υπουργός άρχισε να της βάζει χέρι. Δεν πρόλαβε να ευχαριστηθεί το χούφτωμα, η Χρυσούλα ορθώθηκε με νέες αντιρρήσεις (Χρήστος Ναούμ, Άσωτοι έρωτες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
- φωνάζω, κάνω επίπληξη Βικιλεξικό
- θα μιλήσουμε πάλι το απόγευμα γιατί τώρα μόλις ήρθε το αφεντικό και μού 'βαλε χέρι που δεν έχω τελειώσει ακόμα την ταξινόμηση
Ετυμολογία
βάζω χέρι < → δείτε τις λέξεις βάζω και χέρι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →