βάκλα
•
- η ουρά του προβάτου Βικιλεξικό
- η κίνηση της ανδρικής βράκας (του μέρους που εξέχει) αριστερά δεξιά κατά το περπάτημα Βικιλεξικό
- ραβδιστικό για συλλογή καρπών από δέντρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάκλα < βάκλ(ο) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Άλλοι τύποι
βάκλο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →