βάλανος
•
- ανατομίατο άκρο του πέους, αυτό που συνήθως καλύπτεται από την ακροποσθία Βικιλεξικό
- Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)
Ετυμολογία
βάλανος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάλανος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάλανος | βάλανοι |
| Γενική | βαλάνου | βαλάνων |
| Αιτιατική | βάλανο | βαλάνους |
| Κλητική | βάλανε | βάλανοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →