βάλε αλεύρι, κάμε πίτα
•
- γενική επισήμανση της παρουσίας του αναγκαίου στοιχείου που απαιτείται για κάθε δραστηριότητα προκειμένου αυτή να ξεκινήσει. Βικιλεξικό
- ειδικότερα λέγεται, αφενός προτρεπτικά. για έναρξη κάποιας εργασίας όταν υφίστανται τα μέσα, αφετέρου σκωπτικά, όταν αυτά δεν υπάρχουν ή δεν υπάρχει η απαραίτητη σύμπραξη Βικιλεξικό
- για να βγει μια εκπομπή στον αέρα απαιτείται η σύμπραξη πολλών, δεν είναι βάλε αλεύρι, κάμε πίτα!
Ετυμολογία
βάλε αλεύρι, κάμε πίτα : → δείτε τις λέξεις βάλε, αλεύρι, κάμε και πίτα
Άλλοι τύποι
βάλε αλεύρικάμε πίτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →