βάλτωμα
•
- το αποτέλεσμα του βαλτώνω Βικιλεξικό
- η μετατροπή σε βάλτο Βικιλεξικό
- η στασιμότητα, η απουσία θετικών εξελίξεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάλτωμα < βαλτώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάλτωμα | βαλτώματα |
| Γενική | βαλτώματος | βαλτωμάτων |
| Αιτιατική | βάλτωμα | βαλτώματα |
| Κλητική | βάλτωμα | βαλτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →