βάρδος
•
- επάγγελμαποιητής και τραγουδιστής στους αρχαίους Κέλτες που εξυμνούσε ηγεμόνες και ήρωες, κρατώντας έτσι ζωντανή την προφορική ιστορική παράδοση αυτών των λαών Βικιλεξικό
- στη νεότερη εποχήποιητής ή συνθέτης τραγουδιών ιδιαίτερα αγαπητός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάρδος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βάρδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάρδος | βάρδοι |
| Γενική | βάρδου | βάρδων |
| Αιτιατική | βάρδο | βάρδους |
| Κλητική | βάρδε | βάρδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →