Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βάση δεδομένων

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πληροφορικήένα σύνολο πληροφοριών οργανωμένο και ταξινομημένο κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η εμφάνισή τους και η αναζήτηση από ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιείται για να συνθέσει ένα σύνολο πληροφοριών με οργανωμένο τρόπο και να τις αναζητήσει ή επεξεργαστεί Βικιλεξικό
    • συντομογραφία : ΒΔ

Ετυμολογία

βάση δεδομένων < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική database, → δείτε τις λέξεις βάση και δεδομένο, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1962

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →