βέρα
•
- το ένα από το ζεύγος δαχτυλιδιών του αρραβώνα ή του γάμου Βικιλεξικό
- Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
- ιδιωματικόενώτιο κυκλικού σχήματος Βικιλεξικό
- κρητικάανακωχή Βικιλεξικό
- ιδιωματικόχρονική περίοδος, φορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βέρα < (άμεσο δάνειο) βενετική vera < λατινική vera, θηλυκό του verus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βέρα | βέρες |
| Γενική | βέρας | — |
| Αιτιατική | βέρα | βέρες |
| Κλητική | βέρα | βέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →