βέργα
•
- κομμένο λεπτό κλαδί χωρίς φύλλα Βικιλεξικό
- πάρε μια βέργα λυγαριά μια ρίζα δεντρολίβανο ("Σε πότισα ροδόσταμο", τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη σε στίχους Ν. Γκάτσου)
- ένα τέτοιο κλαδί βεργιδαρσίας ως όργανο σωματικής τιμωρίας
- σχετικά μακρύ και μικρής διατομής κομμάτι ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βέργα < μεσαιωνική ελληνική βέργα < λατινική virga
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βέργα | βέργες |
| Γενική | βέργας | βεργών |
| Αιτιατική | βέργα | βέργες |
| Κλητική | βέργα | βέργες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →