βίδα
•
- τεχνολογίαμηχανικό εξάρτημα με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια Βικιλεξικό
- Σηκώνει τὸ σῶμα γιὰ νὰ τὸ κρεμάση μὲ βίδες στὸ Σταυρὸ καὶ γιὰ νὰ γίνει πιὸ ἀληθινὴ ἡ Σταύρωση. (Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμᾶμαι τὴ Σμύρνη, Ἀθήνα 1972)
- υπώνυμα: χειρόβιδα
- μεταφορικάιδιοτροπία, παραξενιά ή ψυχολογική διαταραχή Βικιλεξικό
- Ο νους τ' ανθρώπου δε θέλει και πολύ για να στρίψει. Βίδα είναι αυτή και χαλάει. (Α. Δρόσος, Ανάμεσα στους πεθαμένους. Το βιβλίο του χαλασμού, Αθήνα 2005)
- για το ζυμαρικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βίδα < βενετική vida (ιταλική vite) < λατινική vitis (κλήμα, αμπελόκλημα) λόγω της ομοιότητας του ελικοειδούς σχήματος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βίδα | βίδες |
| Γενική | βίδας | βιδών |
| Αιτιατική | βίδα | βίδες |
| Κλητική | βίδα | βίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →