βίδες
•
- τρόφιμοάλλη ονομασία του ζυμαρικού τριβέλι, λόγω ομοιότητας του σχήματός του με βίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βίδες < → δείτε τη λέξη βίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βίδες | βίδες |
| Γενική | — | βιδών |
| Αιτιατική | — | βίδες |
| Κλητική | — | βίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →