Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βίκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φυτόψυχανθές φυτό (vicia sativa) κατάλληλο και για ζωοτροφή Βικιλεξικό
    • Κι ἐνῷ μπροστά του εἴχανε πίτουρα καί κριθάρι / ἄχυρο, βίκο καί σανό, / στῆσαν καυγᾶ ἀληθινό / καί δέν τολμᾶ κανένας τους ἕνα μεζέ νά πάρη (Δημήτριος Γ. Καμπούρογλου, Παλαιαί ἁμαρτίαι, Λυρική συλλογή , Ὀνομαχία , τυπογρ. Ἕνωσις, 1881, σελ. 7 [https://www.google.gr/books/edition/Mythoi_kai_dialogoi_pros_chr%C4%93sin_t%C5%8Dn_a/_PeZTPobvdUC?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CE%92%CE%AF%CE%BA%CE%BF%22%20-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82&pg=PA7&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

βίκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βίκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβίκοςβίκοι
Γενικήβίκουβίκων
Αιτιατικήβίκοβίκους
Κλητικήβίκεβίκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →