Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βίσωνας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του βίσονας Βικιλεξικό
    • Οι παραστάσεις φαλλών δεν έπαψαν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Η παλαιότερη παράσταση φαλλού σκαλισμένη σε κέρατο βίσωνα ανάγεται στις αρχές της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου (Ωρινάκεια, 33.000-26.000 χρόνια από σήμερα) και βρέθηκε τη Γαλλία στη βραχοσκεπή Blanchard des Roches, στο Sergead της Dordogne. (Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, Τα Προϊστορικά κοσμήματα της Θεσσαλίας, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2001, σελ. 58)

Ετυμολογία

βίσωνας < ελληνιστική κοινή βίσων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβίσωναςβίσωνες
Γενικήβίσωναβισώνων
Αιτιατικήβίσωναβίσωνες
Κλητικήβίσωναβίσωνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →