Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαβαδίζω

ρήμα
•
  1. ηχομιμητική λέξημπεμπεκίζω, βγάζω άναρθρους ήχου, βγάζω ήχους σαν μωρό ή άτομο με νοητική υστέρηση/καθυστέρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαβαδίζω < βα βα βα (ήχοι μωρού ή καθυστερημένου) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαβαδίζωβαβαδίζειςβαβαδίζειβαβαδίζουμεβαβαδίζετεβαβαδίζουν / βαβαδίζουνε
Παρατατικόςβαβάδιζαβαβάδιζεςβαβάδιζεβαβαδίζαμεβαβαδίζατεβαβάδιζαν / βαβαδίζαν / βαβαδίζανε
Αόριστοςβαβάδισαβαβάδισεςβαβάδισεβαβαδίσαμεβαβαδίσατεβαβάδισαν / βαβαδίσαν / βαβαδίσανε
Μέλλονταςθα βαβαδίζω / θα βαβαδίσωθα βαβαδίζεις / θα βαβαδίσειςθα βαβαδίζει / θα βαβαδίσειθα βαβαδίζουμε / θα βαβαδίσουμεθα βαβαδίζετε / θα βαβαδίσετεθα βαβαδίζουν / θα βαβαδίζουνε / θα βαβαδίσουν / θα βαβαδίσουνε
Παρακείμενοςέχω βαβαδίσειέχεις βαβαδίσειέχει βαβαδίσειέχουμε βαβαδίσειέχετε βαβαδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βαβαδίσειείχες βαβαδίσειείχε βαβαδίσειείχαμε βαβαδίσει——
Υποτακτικήνα έχω βαβαδίσει / να βαβαδίζω / να βαβαδίσωνα έχεις βαβαδίσει / να βαβαδίζεις / να βαβαδίσειςνα έχει βαβαδίσει / να βαβαδίζει / να βαβαδίσεινα έχουμε βαβαδίσει / να βαβαδίζουμε / να βαβαδίσουμενα έχετε βαβαδίσει / να βαβαδίζετε / να βαβαδίσετενα βαβαδίζουν / να βαβαδίζουνε / να βαβαδίσουν / να βαβαδίσουνε
Προστακτική—βαβάδιζε / βαβάδισε——βαβαδίζετε / βαβαδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →