βαβαδίζω
•
- ηχομιμητική λέξημπεμπεκίζω, βγάζω άναρθρους ήχου, βγάζω ήχους σαν μωρό ή άτομο με νοητική υστέρηση/καθυστέρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαβαδίζω < βα βα βα (ήχοι μωρού ή καθυστερημένου) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαβαδίζω | βαβαδίζεις | βαβαδίζει | βαβαδίζουμε | βαβαδίζετε | βαβαδίζουν / βαβαδίζουνε |
| Παρατατικός | βαβάδιζα | βαβάδιζες | βαβάδιζε | βαβαδίζαμε | βαβαδίζατε | βαβάδιζαν / βαβαδίζαν / βαβαδίζανε |
| Αόριστος | βαβάδισα | βαβάδισες | βαβάδισε | βαβαδίσαμε | βαβαδίσατε | βαβάδισαν / βαβαδίσαν / βαβαδίσανε |
| Μέλλοντας | θα βαβαδίζω / θα βαβαδίσω | θα βαβαδίζεις / θα βαβαδίσεις | θα βαβαδίζει / θα βαβαδίσει | θα βαβαδίζουμε / θα βαβαδίσουμε | θα βαβαδίζετε / θα βαβαδίσετε | θα βαβαδίζουν / θα βαβαδίζουνε / θα βαβαδίσουν / θα βαβαδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαβαδίσει | έχεις βαβαδίσει | έχει βαβαδίσει | έχουμε βαβαδίσει | έχετε βαβαδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαβαδίσει | είχες βαβαδίσει | είχε βαβαδίσει | είχαμε βαβαδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαβαδίσει / να βαβαδίζω / να βαβαδίσω | να έχεις βαβαδίσει / να βαβαδίζεις / να βαβαδίσεις | να έχει βαβαδίσει / να βαβαδίζει / να βαβαδίσει | να έχουμε βαβαδίσει / να βαβαδίζουμε / να βαβαδίσουμε | να έχετε βαβαδίσει / να βαβαδίζετε / να βαβαδίσετε | να βαβαδίζουν / να βαβαδίζουνε / να βαβαδίσουν / να βαβαδίσουνε |
| Προστακτική | — | βαβάδιζε / βαβάδισε | — | — | βαβαδίζετε / βαβαδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →