βαβούρα
•
- φασαρία, οχλοβοή, κοσμοχαλασιά, θόρυβος, βόμβος, αναστάτωση, σαματάς (με την έννοια «θόρυβος») Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαβούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαβούρα (ηχομιμητική λέξη), ίσως από την ελληνιστική κοινή βαβάζω (“φωνάζω”) με προφορά /bab/ + -ούρα. Ονοματοποίηση του θορύβου, όπως και στη λέξη βάρβαρος. Για άλλες ετυμολογικές προτάσεις, δείτε τη μεσαιωνική βαβούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαβούρα | βαβούρες |
| Γενική | βαβούρας | — |
| Αιτιατική | βαβούρα | βαβούρες |
| Κλητική | βαβούρα | βαβούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →