βαγενάρης
•
- ο υπεύθυνος για το βαγεναριό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαγενάρης < βαγένι + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαγενάρης | βαγενάρηδες |
| Γενική | βαγενάρη | βαγενάρηδων |
| Αιτιατική | βαγενάρη | βαγενάρηδες |
| Κλητική | βαγενάρη | βαγενάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →