Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαγενάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο υπεύθυνος για το βαγεναριό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαγενάρης < βαγένι + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαγενάρηςβαγενάρηδες
Γενικήβαγενάρηβαγενάρηδων
Αιτιατικήβαγενάρηβαγενάρηδες
Κλητικήβαγενάρηβαγενάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →