βαγιοβδομάδα
•
- λαϊκότροποη εβδομάδα πριν από την Kυριακή των Bαΐων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαγιοβδομάδα < βάγιο + -ο- + βδομάδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαγιοβδομάδα | βαγιοβδομάδες |
| Γενική | βαγιοβδομάδας | βαγιοβδομάδων |
| Αιτιατική | βαγιοβδομάδα | βαγιοβδομάδες |
| Κλητική | βαγιοβδομάδα | βαγιοβδομάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →