βαγιοφόρος
•
- θρησκείαη εορτή της Κυριακής των Βαΐων Βικιλεξικό
- κλαδί από βάγια σε σχήμα σταυρού το οποίο δίνεται στους πιστούς την Κυριακή των Βαΐων Βικιλεξικό
- πλέγμα από φύλλα φοίνικα το οποίο έχει στο εσωτερικό εικόνισμα αγίου διακοσμημένο με χρυσό το οποίο οι ιερείς δίνουν σε σημαντικούς ενορίτες την Κυριακή των Βαΐων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαγιοφόρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαϊφόρος (βάγι(α) + -ο- + -φόρος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →