βαγονέτο
•
- μικρό ανοιχτό βαγόνι που χρησιμοποιείται σε ορυχεία Βικιλεξικό
- βαγονέτο κουζίνας: μεγάλο συρτάρι με μηχανισμό κύλισης, που χρησιμοποιείται στην κουζίνα (για τοποθέτηση μπουκαλιών, πιάτων κ.ο.κ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαγονέτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vagonetto, υποκοριστικό του vagone (βαγόνι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαγονέτο | βαγονέτα |
| Γενική | βαγονέτου | βαγονέτων |
| Αιτιατική | βαγονέτο | βαγονέτα |
| Κλητική | βαγονέτο | βαγονέτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →