βαθαίνω
•
- κάνω κάτι πιο βαθύ Βικιλεξικό
- γίνομαι πιο βαθύς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθαίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαθαίνω | βαθαίνεις | βαθαίνει | βαθαίνουμε | βαθαίνετε | βαθαίνουν / βαθαίνουνε |
| Παρατατικός | βάθαινα | βάθαινες | βάθαινε | βαθαίναμε | βαθαίνατε | βάθαιναν / βαθαίναν / βαθαίνανε |
| Αόριστος | βάθυνα | βάθυνες | βάθυνε | βαθύναμε | βαθύνατε | βάθυναν / βαθύναν / βαθύνανε |
| Μέλλοντας | θα βαθαίνω / θα βαθύνω | θα βαθαίνεις / θα βαθύνεις | θα βαθαίνει / θα βαθύνει | θα βαθαίνουμε / θα βαθύνουμε | θα βαθαίνετε / θα βαθύνετε | θα βαθαίνουν / θα βαθαίνουνε / θα βαθύνουν / θα βαθύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαθύνει | έχεις βαθύνει | έχει βαθύνει | έχουμε βαθύνει | έχετε βαθύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαθύνει | είχες βαθύνει | είχε βαθύνει | είχαμε βαθύνει | είχατε βαθύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω βαθύνει / να βαθαίνω / να βαθύνω | να έχεις βαθύνει / να βαθαίνεις / να βαθύνεις | να έχει βαθύνει / να βαθαίνει / να βαθύνει | να έχουμε βαθύνει / να βαθαίνουμε / να βαθύνουμε | να έχετε βαθύνει / να βαθαίνετε / να βαθύνετε | να βαθαίνουν / να βαθαίνουνε / να βαθύνουν / να βαθύνουνε |
| Προστακτική | — | βάθαινε / βάθυνε | — | — | βαθαίνετε / βαθύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →