Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθμηδόν

/va.θmiˈðon/επίρρημα
•
  1. σιγά σιγά, σταδιακά Βικιλεξικό
    • Ας ρουφούμε το κρασάκι / στες αρχές απ' ολιγάκι / και κινώντας βαθμηδόν / ας υψώνομε τη δόση, / ως ν' ανάψει, να κορώσει / το κεφάλι μας σχεδόν. (Αθανάσιος Χριστόπουλος, Φαγοπότι, από την ποιητική συλλογή Βακχικά)
    • Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)

Ετυμολογία

βαθμηδόν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαθμηδόν < βαθμός < βαίνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →