βαθμοθετώ
•
- καθορίζω τον βαθμό, βαθμολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμοθετώ < βαθμο- + θέτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαθμοθετώ | βαθμοθετείς | βαθμοθετεί | βαθμοθετούμε | βαθμοθετείτε | βαθμοθετούν / βαθμοθετούνε |
| Παρατατικός | βαθμοθετούσα | βαθμοθετούσες | βαθμοθετούσε | βαθμοθετούσαμε | βαθμοθετούσατε | βαθμοθετούσαν / βαθμοθετούσανε |
| Αόριστος | βαθμοθέτησα | βαθμοθέτησες | βαθμοθέτησε | βαθμοθετήσαμε | βαθμοθετήσατε | βαθμοθέτησαν / βαθμοθετήσαν / βαθμοθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα βαθμοθετήσω / θα βαθμοθετώ | θα βαθμοθετήσεις / θα βαθμοθετείς | θα βαθμοθετήσει / θα βαθμοθετεί | θα βαθμοθετήσουμε / θα βαθμοθετούμε | θα βαθμοθετήσετε / θα βαθμοθετείτε | θα βαθμοθετήσουν / θα βαθμοθετήσουνε / θα βαθμοθετούν / θα βαθμοθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω βαθμοθετήσει | έχεις βαθμοθετήσει | έχει βαθμοθετήσει | έχουμε βαθμοθετήσει | έχετε βαθμοθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαθμοθετήσει | είχες βαθμοθετήσει | είχε βαθμοθετήσει | είχαμε βαθμοθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαθμοθετήσει / να βαθμοθετήσω / να βαθμοθετώ | να έχεις βαθμοθετήσει / να βαθμοθετήσεις / να βαθμοθετείς | να έχει βαθμοθετήσει / να βαθμοθετήσει / να βαθμοθετεί | να έχουμε βαθμοθετήσει / να βαθμοθετήσουμε / να βαθμοθετούμε | να έχετε βαθμοθετήσει / να βαθμοθετήσετε / να βαθμοθετείτε | να βαθμοθετήσουν / να βαθμοθετήσουνε / να βαθμοθετούν / να βαθμοθετούνε |
| Προστακτική | — | βαθμοθέτει / βαθμοθέτησε | — | — | βαθμοθετήστε / βαθμοθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →